Όταν η ανεμοδούρα μασκαρεύεται ως ιδεολογία

Όταν η ανεμοδούρα μασκαρεύεται ως ιδεολογία
Πηγή: Newsbomb.gr
Η πολιτική αγαπά τις μεγάλες λέξεις.
Σύνθεση. Μετασχηματισμός. Προοδευτική διακυβέρνηση. Νέα εποχή.

Αυτές οι λέξεις έχουν βάρος μόνο όταν πατούν πάνω σε μια αναγνωρίσιμη συνέπεια. Όταν ένα κόμμα ξεκινά ως δύναμη ρήξης, κυβερνά με εργαλεία διαχείρισης, μετακινείται προς τη σοσιαλδημοκρατική αφήγηση και αργότερα αναζητά μια νέα ταυτότητα που να χωρά όλα τα προηγούμενα, τότε η λέξη «σύνθεση» χρειάζεται προσεκτική εξέταση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδρομής στη σύγχρονη ελληνική πολιτική. Ξεκίνησε ως φορέας ριζοσπαστικής υπόσχεσης, έγινε κυβερνητικός διαχειριστής μιας μνημονιακής πραγματικότητας, επιχείρησε να επανασυστηθεί ως προοδευτική σοσιαλδημοκρατία και σήμερα βλέπει ξανά γύρω του μια συζήτηση για νέο πολιτικό σχήμα, νέα ενότητα, νέα αρχή.

Το ερώτημα είναι απλό: πότε μια πολιτική μετακίνηση γίνεται ιδεολογική ωρίμανση και πότε παραμένει μετακίνηση;

Τι είναι ιδεολογία, με απλά λόγια

Η ιδεολογία είναι ο χάρτης μιας πολιτικής δύναμης. Δείχνει ποιους θεωρεί προτεραιότητα, ποια συμφέροντα θέλει να περιορίσει, ποια κοινωνία θεωρεί δίκαιη και ποια εργαλεία θεωρεί νόμιμα για να φτάσει εκεί.

Η σοσιαλδημοκρατία ξεκινά από την ιδέα μιας αγοράς με κανόνες, ισχυρό κοινωνικό κράτος, αναδιανομή και προστασία της εργασίας. Θέλει να κάνει τον καπιταλισμό πιο ανεκτό, πιο δίκαιο, πιο σταθερό.

Η ριζοσπαστική ή ανανεωτική Αριστερά ξεκινά από βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στην αγορά και στους υπάρχοντες συσχετισμούς εξουσίας. Μιλά περισσότερο για δημόσια αγαθά, δημοκρατικό έλεγχο, κοινωνικό μετασχηματισμό και συμμετοχή από τα κάτω.

Η πολιτική οικολογία ξεκινά από τα όρια του πλανήτη. Βάζει στο κέντρο την κλιματική μετάβαση, την ποιότητα ζωής, την ανθεκτικότητα, την αποκέντρωση και την ανάγκη να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο.

Αυτές οι παραδόσεις μπορούν να συνομιλούν. Μπορούν να συναντηθούν σε κοινές πολιτικές, να συγκλίνουν σε κυβερνητικά προγράμματα, να δανειστούν η μία από την άλλη. Η σοβαρή σύνθεση όμως χρειάζεται ιεράρχηση. Χρειάζεται να ξέρει κανείς ποια αξία προηγείται όταν οι αξίες συγκρούονται.

Γιατί εκεί φαίνεται η ιδεολογία.
Όχι στη διακήρυξη. Στην επιλογή.

Ένα παράδειγμα: πράσινη μετάβαση και ακριβή ενέργεια

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα από την ελληνική πραγματικότητα: την πράσινη μετάβαση μέσα σε συνθήκες ακριβής ενέργειας.

Η Ελλάδα και η Ευρώπη πρέπει να αλλάξουν ενεργειακό μοντέλο. Ταυτόχρονα, τα νοικοκυριά πιέζονται από τους λογαριασμούς, οι επιχειρήσεις ανησυχούν για το κόστος και η κλιματική κρίση κάνει τη μετάβαση όλο και πιο επείγουσα.

Εδώ οι ιδεολογίες μιλούν διαφορετικά.

Η σοσιαλδημοκρατία ρωτά πρώτα πώς θα απορροφηθεί το κοινωνικό σοκ. Θέλει επιδοτήσεις, ρύθμιση, δημόσιες επενδύσεις και προστασία των πιο ευάλωτων. Η αγωνία της είναι η κοινωνική συνοχή.

Η ριζοσπαστική Αριστερά ρωτά πρώτα ποιος ελέγχει την ενέργεια και ποιος πληρώνει το κόστος. Θέλει δημόσιο έλεγχο, πλαφόν, φορολόγηση υπερκερδών, ενεργειακή δικαιοσύνη. Η αγωνία της είναι η ισχύς.

Η πολιτική οικολογία ρωτά πρώτα πώς αλλάζει το ίδιο το μοντέλο. Θέλει ΑΠΕ, εξοικονόμηση, ενεργειακές κοινότητες, αποκέντρωση, λιγότερη εξάρτηση από ένα σπάταλο και ευάλωτο σύστημα. Η αγωνία της είναι η βιωσιμότητα.

Και οι τρεις απαντήσεις έχουν πολιτική λογική. Καθεμία ξεκινά από διαφορετικό φόβο και διαφορετική ελπίδα. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογίας: μια σειρά προτεραιοτήτων που οργανώνει την πράξη.

Η ελληνική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε πολιτικά ως δύναμη ρήξης. Η υπόσχεση της περιόδου 2012–2014 ήταν καθαρή: τέλος στη λιτότητα, κατάργηση των μνημονίων, σύγκρουση με το παλιό πολιτικό σύστημα, αποκατάσταση κοινωνικής δικαιοσύνης. Εκείνη η γλώσσα μιλούσε σε ένα κοινό κουρασμένο, θυμωμένο και βαθιά πληγωμένο από την κρίση.

Μετά ήρθε η κυβερνητική πραγματικότητα του 2015. Η ρήξη έγινε διαπραγμάτευση. Η διαπραγμάτευση έγινε τεχνική διαχείριση. Το δημοψήφισμα έγινε τρίτο μνημόνιο. Η πιο φορτισμένη πολιτική στιγμή της μεταπολιτευτικής περιόδου μεταφράστηκε σε πράξη αντίθετη με τη συναισθηματική εντολή που είχε μόλις παραχθεί.

Ακολούθησε η περίοδος της εφαρμογής. Πλεονάσματα, φόροι, περιορισμοί, ιδιωτικοποιήσεις, κοινωνικά αντίμετρα μέσα σε στενό πλαίσιο. Η ριζοσπαστική ταυτότητα έμεινε ως γλώσσα, αλλά η κυβερνητική εργαλειοθήκη μετακινήθηκε μακριά από την αρχική υπόσχεση. Η κοινωνική προστασία υπήρχε, αλλά λειτουργούσε κυρίως ως μερική απορρόφηση πίεσης, όχι ως ανατροπή συσχετισμών.

Στο τέλος ήρθε η προσπάθεια σοσιαλδημοκρατικής επαναφήγησης. Κοινωνικό μέρισμα, ΚΕΑ, επιδόματα, προοδευτική διακυβέρνηση, άνοιγμα προς τον χώρο της κεντροαριστεράς. Το κόμμα που είχε μεγαλώσει πολεμώντας τη μνημονιακή σοσιαλδημοκρατία άρχισε να αναζητά νομιμοποίηση μέσα σε μια γλώσσα που θύμιζε ακριβώς εκείνον τον χώρο.

Αυτός είναι ο πυρήνας της πολιτικής απογοήτευσης.
Κάθε φάση μίλησε σε διαφορετικό κοινό. Κάθε κοινό άκουσε διαφορετική υπόσχεση. Κάθε υπόσχεση κατέληξε σε διαφορετική μορφή διάψευσης.

Το αντιμνημονιακό κοινό περίμενε ρήξη.
Το κοινό του δημοψηφίσματος περίμενε συνέπεια.
Το κοινωνικό κοινό περίμενε ανακούφιση.
Το προοδευτικό κοινό περίμενε νέα αξιοπιστία.

Και κάθε φορά, η πολιτική αφήγηση μετακινήθηκε λίγο πιο πέρα, σαν να μπορούσε η επόμενη διατύπωση να σκεπάσει την προηγούμενη πληγή.

Από την εμπειρία στο νέο μανιφέστο

Σήμερα, η συζήτηση για μια νέα «κυβερνώσα Αριστερά» εμφανίζεται ως προσπάθεια σύνθεσης σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής/ανανεωτικής Αριστεράς και πολιτικής οικολογίας. Στα χαρτιά, η ιδέα έχει νόημα. Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική απάντηση στην ανισότητα, στην ακρίβεια, στην κλιματική μετάβαση, στην κρίση θεσμών, στο παραγωγικό κενό και στην κόπωση της κοινωνίας.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η σύνθεση παρουσιάζεται από το ίδιο πολιτικό περιβάλλον που πέρασε διαδοχικά από όλες αυτές τις γλώσσες χωρίς να τις συμφιλιώσει πειστικά στην πράξη.

Ο εν λόγω πολιτικός ζητά από τον ψηφοφόρο να διαβάσει αναδρομικά τη διαδρομή ως ωρίμανση. Να δει τη ρήξη, τη διαπραγμάτευση, τη μνημονιακή εφαρμογή, τη σοσιαλδημοκρατική στροφή και την οικολογική προσθήκη ως στάδια μιας ενιαίας εξέλιξης.

Αυτό είναι μεγάλο αίτημα. Πολύ μεγάλο.

Γιατί η ιδεολογία έχει μνήμη.

Δεν είναι το άθροισμα των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν σε διαφορετικές περιόδους. Είναι η σχέση ανάμεσα στην υπόσχεση, στην πράξη και στην εξήγηση που δίνεται μετά.

Όταν ένα κόμμα υπόσχεται ανατροπή και εφαρμόζει διαχείριση, οφείλει να εξηγήσει το κόστος της πραγματικότητας. Όταν μετά παρουσιάζει τη διαχείριση ως ωρίμανση, οφείλει να εξηγήσει πού τελείωσε η αναγκαστική προσαρμογή και πού άρχισε η νέα πίστη. Όταν αργότερα προσθέτει στη γλώσσα του σοσιαλδημοκρατία, οικολογία και προοδευτική διακυβέρνηση, οφείλει να δείξει ποια αξία προηγείται όταν αυτές συγκρούονται.

Αλλιώς η σύνθεση γίνεται αισθητική, για το θεαθήναι.

Επίλογος

Η ελληνική κεντροαριστερά πράγματι χρειάζεται νέα γλώσσα. Χρειάζεται καινούργια προγραμματική σοβαρότητα, λιγότερη νοσταλγία, περισσότερη κοινωνική ακρίβεια, καθαρή απάντηση για το κράτος, την αγορά, την εργασία, την ενέργεια, το περιβάλλον και τη δημοκρατία.

Χρειάζεται πολιτική που να ξέρει πού στέκεται όταν έρθει η δύσκολη στιγμή.

Εκεί κρίνεται η αξιοπιστία.
Στη σύγκρουση ανάμεσα στις ωραίες λέξεις και στις δύσκολες αποφάσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πίσω του μια διαδρομή που ξεκίνησε με τη ρήξη, πέρασε από τη διαχείριση και κατέληξε να αναζητά νέα ιδεολογική συσκευασία για το ίδιο πολιτικό πρόβλημα. Η χώρα μπορεί να χρειάζεται σύνθεση. Αλλά η σύνθεση θέλει συνέπεια, ιεράρχηση και πολιτική μνήμη.

Όταν η μετακίνηση βαφτίζεται σύνθεση, η ανεμοδούρα μασκαρεύεται ως ιδεολογία.

Subscribe to EconScope by The Agora Review

Don’t miss out on the latest issues. Sign up now to get access to the library of members-only issues.
jamie@example.com
Subscribe